Τρίτη, 19 Σεπτεμβρίου 2017

«...ἐκ τῶν κρυφίων μου καθάρισόν με»

«...ἐκ τῶν κρυφίων μου καθάρισόν με»
    Ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς βλέποντας ὅτι ἁ­μαρτάνει κάθε στιγμὴ καὶ ὥρα τῆς ζωῆς του καὶ παρατηρώντας τὶς προσ­βολὲς τῶν πονηρῶν λογισμῶν ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλον, ἀναφωνεῖ: «παραπτώματα τίς συνήσει; ἐκ τῶν κρυ­φίων μου καθάρισόν με» (Ψαλ. ιη΄ [18] 13). Πόσο ἐλλιπεῖς εἴμαστε στὴν τή­­ρηση τοῦ νόμου σου, Κύριε! Ποιὸς μπορεῖ νὰ ἀ­ντι­ληφθεῖ τὰ παραπτώματα ποὺ διαπράττει ἀκουσίως, χωρὶς νὰ τὸ πάρει εἴ­δηση; Ἀπὸ αὐτὰ τὰ κρυφὰ παραπτώματά μου, τὰ ὁποῖα δὲν ἔπεσαν στὴν ἀντίληψή μου, καθάρισέ με, Κύριε.
    Ποιὰ εἶναι τὰ «κρύφια» ἁμαρτήματά μας; Σύμφωνα μὲ τοὺς ἱεροὺς ἑρμηνευτὲς «κρύφια» ἁμαρτήματα μποροῦν νὰ εἶναι κι αὐτὰ ποὺ διαπράττονται κρυφά, μακριὰ ἀπὸ τὰ βλέμματα τῶν συνανθρώπων μας, «τὰ κρυφίως πραττόμενα». Ἀλλὰ ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς δὲν ἀναφέρεται τόσο σ᾿ αὐτά. Ἀναφέρεται στὶς ἄτακτες ὁρμές, τὶς κινήσεις τῶν παθῶν, τὰ ἀπρόσ­εκτα βλέμματα, τὶς ἐφάμαρτες ἐπιθυμίες, τὶς ἔνοχες διαθέσεις, τὰ ἐγωιστικὰ θε­λήματα, στὰ ὁποῖα πέφτουμε καθημερινῶς, ἀλλὰ δὲν τὸ καταλαβαίνουμε, τὰ ἀφήνουμε καὶ φεύγουν τελείως ἀπαρατήρητα. 
    Ὅλα αὐτὰ τὰ ἁμαρτήματά μας, ποὺ δὲν γίνονται τὶς περισσότερες φορὲς ἀν­τιληπτά, ἀποθηκεύονται «εἰς τὰ λεγόμενα ταμιεῖα τῆς ψυχῆς» καὶ τὴ μολύνουν. Ἀλήθεια, τί ἁμαρτωλότητα κρύβει τὸ βά­­θος τῆς καρδιᾶς μας! «Βαθεῖα ἡ καρδία παρὰ πάντα, καὶ ἄνθρωπός ἐστι· καὶ τίς γνώσεται αὐτόν;» (Ἰεζ. ιζ΄ [18] 9). Ἡ καρδιὰ τοῦ ἀνθρώπου εἶναι βαθιά, ἀφανής, ἄγνωστη καὶ ἀνεξερεύνητη περισσότερο ἀπὸ κάθε ἄλλο πράγμα. Αὐτὸς εἶναι ὁ ἄνθρωπος. Ποιὸς μπορεῖ νὰ τὸν γνωρίσει;
    Τὰ «κρύφια» ἁμαρτήματά μας, ὅταν χρο­νίζουν στὸ ἐσωτερικό μας, γίνον­ται πάθη. Πολλὰ ἀπὸ τὰ πάθη αὐτὰ εἶ­ναι τόσο λεπτὰ καὶ δυσδιάκριτα, ποὺ δὲν ὑπο­πίπτουν κἂν στὴν ἀντίληψή μας. Γράφει ὁ ἅγιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης στὸ βιβλίο του «Ἀόρατος πόλεμος» ὅτι «μέσα εἰς τὸ βάθος τῆς καρδίας μας εὑ­ρίσκονται τόσον λεπτὰ καὶ τόσον κρύ­φια πάθη, ὁποὺ οὐδὲ ἂν εἶναι πάθη ὁλότελα ἠξεύρομεν... Ἠμεῖς τὰς ἐνεργείας μόνον καὶ τοὺς κλάδους τῶν παθῶν αἰ­σθανόμεθα, τὰς δὲ δυνάμεις καὶ ρίζας αὐτῶν, οὐ­δαμῶς γνωρίζομεν, χωρὶς φωτισμὸν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Ὅθεν καὶ ὅταν μόνον ἐνεργοῦν, καταλαμβάνομεν ὅτι πάθη ἔ­χομεν. Ὅταν δὲ ταῦτα ἡσυχάζουν, νομίζομεν ὅτι ἐφθάσαμεν εἰς τὴν ἀπάθειαν» (Ἐκδ. «Φῶς» - ΧΕΕΝ, σελ. 142-143). Ὅ­πως ἕνα καρπούζι, ὅ­ταν τὸ βάλουμε στὸ νερό, ἐλάχιστο τμῆ­μα του φαίνεται στὴν ἐπιφάνεια, διότι τὸ ὑπόλοιπο εἶναι βυθισμένο στὸ νερὸ καὶ κρύβεται, ἔτσι κι ἐμεῖς ἐλάχιστα ἀπὸ τὰ «κρύφια» ἁμαρτήματά μας γνωρίζουμε κι ἀκόμη λιγότερα θυμόμαστε.
    Ἐπίσης «κρύφια» ἁμαρτήματα εἶναι οἱ αἰσχροί, οἱ βλάσφημοι καὶ πονηροὶ λογισμοί. Εἶναι τόσο διεφθαρμένη ἡ φύση μας, ὥστε ἡ σκέψη μας φεύγει συχνὰ καὶ πηγαίνει στὸ κακό. Δὲν μποροῦμε νὰ κρα­τήσουμε ἕναν καλὸ λογισμό. Ἡ διά­νοιά μας γίνεται ἐργαστήρι αἰσχρῶν λο­γι­σμῶν. Οἱ ἐχθροὶ δαίμονες μᾶς πολεμοῦν ἀδυσώπητα μὲ τοὺς ρυπαροὺς λο­γισμούς.
    Γράφει σὲ τόνο ἐξομολογητικὸ ὁ ἅγιος Ἰωάννης τῆς Κροστάνδης: «Σχεδὸν κάθε καλή μου σκέψη, κάθε καλό μου αἴ­σθημα πρέπει νὰ τὸ ὑπερασπίζομαι μὲ ἀγώνα… Τὸ ληστρικὸ πλῆθος τῶν Πο­νηρῶν ἐνεργεῖ μέσα μου πρωὶ καὶ βράδυ, νύκτα καὶ ἡμέρα, ἀκόμη καὶ στὰ διάφορα ὄνειρα! Τί σπήλαιο νοητῶν ληστῶν γίνεται ἡ ψυχή μου! Πόσο διεφθαρμένη εἶναι ἡ καρδιά μου! Πόσο παραμορφωμένη εἶ­ναι μέσα μου ἡ εἰκόνα τοῦ Θεοῦ! Τί θύελλες ξεσηκώνουν τὰ πάθη μου! Κύριε, «ὁ ἐτάζων νεφροὺς καὶ καρδίας», βοήθησέ με στὸν ἀγώνα μου. Ἐνίσχυσε, παντοδύναμε Ἀρχηγέ, τοὺς στρατιῶτες Σου! Χωρὶς Ἐσένα δὲν κατορθώνουμε τίποτε!».
    Τέλος, «κρύφια» ἁμαρτήματα εἶναι καὶ τὰ ἁμαρτήματα ποὺ διαπράττονται ἀπὸ ἄγνοια. Ἔχουμε ἄγνοια τοῦ θείου θελήματος καὶ κάνουμε πολλὲς παραβάσεις τοῦ θείου θελήματος, χωρὶς νὰ ἔχουμε τὴ συνείδηση ὅτι ἁμαρτάνουμε. Ἁμαρτάνουμε καθημερινῶς, ὄχι μόνο «ἐν γνώσει», «ἑκουσίως», «ἐκ προμελέτης», ἀλ­λὰ καὶ «ἐν ἀγνοίᾳ», «ἀκουσίως», «ἐκ συναρπαγῆς». 
    Ὅλο αὐτὸ τὸ ποικίλο πλῆθος τῶν ἁμαρτημάτων μας ποὺ καταχωνιάζεται «εἰς τὸν νοῦν τὸν ἠφανισμένον», στὸ βάθος τοῦ ἑαυτοῦ μας ποὺ δὲν φαίνεται, πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ τὸ ἀντιληφθοῦμε; «Παραπτώματα τίς συνήσει;». Πῶς θὰ μπορέσουμε νὰ καθαρισθοῦμε ἀπὸ τὰ «κρύφια» ἁμαρτήματά μας; 
    Πάλι ὁ ὅσιος Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης μᾶς προτρέπει: Ὅπως ὁ ἱερὸς Ψαλμωδὸς παρακαλοῦσε τὸν ἅγιο Θεὸ νὰ τὸν καθαρίσει ἀπὸ τὰ κρύφια ἁμαρτήματά του λέγοντας· «ἐκ τῶν κρυφίων μου καθάρισόν με», ἔτσι κι ἐμεῖς νὰ προσευχόμαστε, μὲ τὰ ἴδια λόγια τοῦ ἱεροῦ Ψαλμωδοῦ, στὸν ἅγιο Θεὸ νὰ καθαρίσει τὴν καρδιά μας ἀπὸ τὸ πλῆθος τῶν ἁμαρτιῶν μας ποὺ παραμένουν κρυφὲς καὶ ἀθέατες. Κύριε, «καθάρισον τὸν ρύπον τῆς ψυχῆς μου»! Καθάρισε τὴν ἀκαθαρσία ποὺ ὑ­πάρχει στὸ ἐσωτερικό μου. «Φώτισόν μου τὸ σκότος»! Φώτισε τὰ σκοτάδια τῆς ψυχῆς μου. Μοιάζω σὰν νὰ ἔπεσα στὰ χέρια τῶν ληστῶν δαιμόνων, οἱ ὁποῖοι μὲ τραυμάτισαν καὶ μὲ γέμισαν πληγές. Σὺ ὡς καλὸς Σαμαρείτης σήκωσέ με ποὺ εἶμαι πεσμένος. Γιάτρεψέ με ποὺ εἶμαι πληγωμένος. «Δὸς μοι καρδίαν διαλογιζομένην τὰ σά· διάνοιαν ἀγαπῶσάν σε· μνήμην ἀναπολοῦσάν σε», γιὰ νὰ Σὲ ἀ­ν­υμνῶ μὲ καθαρὴ καρδιὰ καὶ νὰ δοξάζω τὸ ὑπερύμνητο καὶ ὑπερένδοξο ὄνομά Σου στοὺς αἰῶνες τῶν αἰώνων. Ἀμήν.